Πομόριε — η αρχαία Αγχίαλος: 2500 χρόνια ιστορίας δίπλα στις αλυκές

Από θρακικό οικισμό και «πολίχνιο των Απολλωνιατών» έως το μεγαλύτερο ρωμαϊκό λιμάνι της Θράκης, τις μάχες του χάνου Κρούμου και του τσάρου Συμεών και το τελευταίο καταφύγιο των βυζαντινών αριστοκρατών.

19 λεπτά ανάγνωσης Ενημερώθηκε 15 Σεπτεμβρίου 2026
Поморие от въздуха — старият град на полуострова и плажовете
Поморие — древният Анхиало. Снимка: Boby Dimitrov, Wikimedia Commons (CC BY-SA 2.0)
Περιεχόμενο
  1. Χρονολόγιο
  2. Η πλάκα από την Ιστρία
  3. Το αλάτι στο όνομα της πόλης
  4. Πού βρισκόταν ο πρωιμότερος οικισμός;
  5. Θρακική πόλη με ελληνικό όνομα
  6. Ουλπία Αγχίαλος — το μεγαλύτερο ρωμαϊκό λιμάνι της Θράκης
  7. Γότθοι, Άβαροι και αυτοκράτορες
  8. Η Αγχίαλος ανάμεσα στη Βουλγαρία και το Βυζάντιο
  9. Το τελευταίο καταφύγιο του Βυζαντίου

Η σημερινή πόλη Πομόριε είναι χτισμένη πάνω στην ομώνυμη στενή και βραχώδη χερσόνησο, που εισχωρεί 3,5 χλμ. μέσα στη Μαύρη Θάλασσα, στη βορειοδυτική ακτή του κόλπου του Μπουργκάς (42°33′ Β, 27°39′ Α). Από νότο, ανατολή και βορειοανατολικά η πόλη περιβάλλεται από τη θάλασσα, από βορρά από την Αλμυρή Λίμνη, ενώ μόνο από τα δυτικά-βορειοδυτικά ένας στενός ισθμός, που συχνά κατακλύζεται από τη θάλασσα, τη συνδέει με την εκτεταμένη πεδιάδα του Πομόριε. Μέσα στις χιλιετίες το έδαφος άλλαξε και μαζί του και η θέση του οικισμού.

Στα 20 χλμ. νότια βρίσκεται το Μπουργκάς, στα 18 χλμ. βόρεια το Νεσέμπαρ· ανάμεσα σε αυτές τις δύο πόλεις εκτυλίσσεται η σύγχρονη ιστορία του Πομόριε. Στην Αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα αντίπαλοί του ήταν αντίστοιχα το Νεσέμπαρ και η Σωζόπολη. Μέχρι τις 14 Αυγούστου 1934 η πόλη έφερε το αρχαίο της όνομα Αγχίαλος, οπότε με ειδική υπουργική διαταγή μετονομάστηκε σε Πομόριε.

Εν συντομία

  • Το όνομα προέρχεται από τα ελληνικά — «αγχι» (κοντά) και «αλς» (αλάτι): ο οικισμός δίπλα στις αλυκές. Πιθανή θεωρείται και η θρακική προέλευση.
  • Στη ρωμαϊκή εποχή η Αγχίαλος ήταν το μεγαλύτερο λιμάνι και η μεγαλύτερη σε έκταση πόλη της επαρχίας Θράκης — πάνω από 120 εκτάρια.
  • Κάτω από τα τείχη της δόθηκαν μεγάλες μάχες ανάμεσα σε Βουλγάρους και Βυζαντινούς — επί χάνου Τερβέλ, χάνου Τελέτς, χάνου Κρούμου και τσάρου Συμεών.
  • Μετά το 1453 έγινε καταφύγιο βυζαντινών αριστοκρατικών οικογενειών και κέντρο του μεγαλύτερου καζά στη Νοτιοανατολική Βουλγαρία.

Χρονολόγιο

Έτος Γεγονός
5ος–4ος αι. π.Χ. Πιθανή ίδρυση του οικισμού· αργότερα — κτήση της Απολλωνίας (Σωζόπολη)
2ος αι. π.Χ. Οχυρωμένη θέση, που καταλαμβάνεται από τη Μεσαμβρία και επιστρέφεται στην Απολλωνία
9 μ.Χ. Ο ποιητής Οβίδιος περνά δίπλα από το φρούριο καθ’ οδόν προς την εξορία
98–117 μ.Χ. Ο αυτοκράτορας Τραϊανός ανακηρύσσει την Αγχίαλο πόλη — Ουλπία Αγχίαλος
περίπου 270 μ.Χ. Οι Γότθοι καταλαμβάνουν την πόλη
584 μ.Χ. Οι Άβαροι καταλαμβάνουν την Αγχίαλο· ο χαγάνος Βαϊανός συνάπτει ειρήνη με το Βυζάντιο
708 μ.Χ. Οι Βούλγαροι συντρίβουν τον στρατό του Ιουστινιανού Β’ κοντά στην Αγχίαλο
766 μ.Χ. Θύελλα βυθίζει μεγάλο μέρος του στόλου του Κωνσταντίνου Ε’ — 2600 πλοία
812 μ.Χ. Ο χάνος Κρούμος προσαρτά την Αγχίαλο στη Βουλγαρία
20 Αυγούστου 917 μ.Χ. Ο τσάρος Συμεών συντρίβει τους Βυζαντινούς στην πεδιάδα μπροστά από την Αγχίαλο
1366 μ.Χ. Η πόλη καταλαμβάνεται από τους ιππότες του Αμεδαίου ΣΤ’ της Σαβοΐας
1453 μ.Χ. Οριστικά υπό οθωμανική κυριαρχία
14 Αυγούστου 1934 Η Αγχίαλος μετονομάζεται σε Πομόριε

«Το πολίχνιο των Απολλωνιατών»

Από όλους τους οικισμούς των δυτικών ακτών της Μαύρης Θάλασσας, η Αγχίαλος φαίνεται να φυλάει με τη μεγαλύτερη ζήλια τα μυστικά του παρελθόντος της. Οι αρχαίοι συγγραφείς, παραδοσιακά φειδωλοί για τις περιοχές γύρω από τον Δυτικό Πόντο, επί μακρόν δεν έδωσαν σημασία σε αυτή την πόλη. Μόλις ο Ρωμαίος γεωγράφος Στράβων (63 π.Χ. – 19 μ.Χ.) σπάει τη σιωπή, για να σημειώσει ότι «έπειτα, μετά τη Μεσαμβρία, έρχεται η Αγχίαλος, πολίχνιο [полихнион] των Απολλωνιατών».

Όλοι οι ερευνητές ερμηνεύουν αυτό το σύντομο κείμενο ως εξής: η Αγχίαλος ιδρύθηκε ως αποικία της Απολλωνίας (Σωζόπολη), ώστε να της εξασφαλίσει πλήρη κυριαρχία στον κόλπο του Μπουργκάς και στη γύρω περιοχή, να ελέγχει τις αλυκές και να την προστατεύει από την επιρροή της γειτονικής Μεσαμβρίας (Νεσέμπαρ).

Δεχόμενοι ανεπιφύλακτα αυτή τη μαρτυρία, οι σύγχρονοι ερευνητές έπρεπε να αναζητήσουν μια αποδεκτή χρονολογία για την ίδρυση του «πολιχνίου των Απολλωνιατών». Όταν ο Στράβων γράφει τα «Γεωγραφικά» του (περίπου το 7 π.Χ.), η Απολλωνία έχει ήδη παρακμάσει σημαντικά και δεν θα μπορούσε να ιδρύει αποικίες. Γι’ αυτό αναζητήθηκε φυσιολογικά μια παλαιότερη χρονολογία — ο 5ος ή ο 4ος αι. π.Χ., την εποχή της μεγαλύτερης ακμής της. Έτσι η Αγχίαλος μπήκε στην επιστήμη ως δορυφόρος στο σύστημα των ελληνικών αποικιών, η τροχιά του οποίου καλύπτει ολόκληρη την ακτή της Μαύρης Θάλασσας.

Για πολύ καιρό ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια δελεαστική υπόθεση, την οποία αξιοποιούσαν σε διάφορο βαθμό οι σύγχρονοι θαυμαστές της αρχαίας Απολλωνίας — επί δεκαετίες η παλιά πόλη σιωπούσε και με τίποτα δεν επιβεβαίωνε μια τόσο πρώιμη ύπαρξη.

Η πλάκα από την Ιστρία

Το 1960, σε ανασκαφές στην αρχαία πόλη Ιστρία (στη ρουμανική ακτή, κοντά στις εκβολές του Δούναβη), βρέθηκε μεγάλη μαρμάρινη πλάκα, πάνω στην οποία σε σαράντα σειρές διασώζεται ψήφισμα της Εκκλησίας του Δήμου της Απολλωνίας. Από αυτό το εξαιρετικά ενδιαφέρον έγγραφο γίνεται σαφές ότι τον 2ο αι. π.Χ. — το αργότερο στα μέσα του αιώνα — η Αγχίαλος ήταν ισχυρά οχυρωμένη θέση («φρούριον») με τείχη, την οποία είχε καταλάβει η γειτονική Μεσαμβρία. Ο ναύαρχος Ηγησαγόρας, γιος του Μονίμου, σταλμένος από την Ιστρία, επιτίθεται και κατά τη διάρκεια της μάχης καταστρέφει τα τείχη της Αγχιάλου, επιστρέφοντάς την στα χέρια των Απολλωνιατών.

Έτσι η μαρτυρία του Στράβωνα κατά κάποιον τρόπο επιβεβαιώνεται: η ευνοϊκή θέση της Αγχιάλου στη βόρεια ακτή του κόλπου του Μπουργκάς της προσδίδει τέτοια σημασία, ώστε η Μεσαμβρία και η Απολλωνία να τη διεκδικούν με τα όπλα. Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ακριβέστερα σε τι συνίσταται αυτή η σημασία — όπως δείχνει η ιστορία της Απολλωνίας, στην ελληνιστική εποχή δεν έπαιζε πια τον μεγάλο ρόλο που είχε τον 5ο–4ο αιώνα.

Το αλάτι στο όνομα της πόλης

Οι σύγχρονοι ερευνητές επισημαίνουν επανειλημμένα την παραγωγή αλατιού ως αιτία του ενδιαφέροντος της Απολλωνίας ή της Μεσαμβρίας για την Αγχίαλο. Στην παραγωγή αλατιού βασίζεται συνήθως και η εξήγηση του ονόματος: από τα ελληνικά «αγχι-» — κοντά, και «αλς-» — αλάτι, δηλαδή «οικισμός που βρίσκεται κοντά στο μέρος όπου παράγεται αλάτι» — «Αλυκές», «Αλατότοποι», «Αλατιώνας». Παραβλέπεται η πιθανότητα του «οικισμού κοντά στη θάλασσα», από το σπάνια χρησιμοποιούμενο στην ποίηση «αλς-» — θάλασσα. Ακριβώς από εκεί προέρχεται το 1934 το νέο όνομα — Πομόριε.

Το παράξενο είναι ότι η επιστήμη δεν διαθέτει ούτε μία μαρτυρία για παραγωγή αλατιού στην Αγχίαλο μέχρι και τον Μεσαίωνα. Αν η μεγαλύτερη αξία του οικισμού ήταν πράγματι το αλάτι, αυτό δύσκολα θα περνούσε απαρατήρητο από τους παλιούς συγγραφείς — όπως συμβαίνει αργότερα, στον Μεσαίωνα. Σήμερα η παλιά παράδοση ζει στο Μουσείο Αλατιού και στις αλυκές, από όπου προέρχεται και η λούγκα της Μαύρης Θάλασσας.

Παλιά καρτ ποστάλ: οι αλυκές και η πόλη της Αγχιάλου το 1907

Οι αλυκές και η πόλη της Αγχιάλου, 1907 (δημόσιος τομέας)

Πού βρισκόταν ο πρωιμότερος οικισμός;

Ίχνη του πρωιμότερου φρουρίου της Αγχιάλου δεν έχουν βρεθεί μέχρι σήμερα. Η λαϊκή παράδοση και οι αρχαιολογικές έρευνες δείχνουν ότι κατάλοιπα παλιού οικισμού υπάρχουν στην αρχή της πεδιάδας του Πομόριε, εκτός χερσονήσου, στην τοποθεσία Παλαιόκαστρο (από τα ελληνικά «παλαιός» — παλιός, αρχαίος, και «κάστρο(ν)» — φρούριο), όπου σήμερα βρίσκεται συνοικία της πόλης. Οι πολυετείς παρατηρήσεις και οι ανασκαφές, που διεξάγονται από το 1966, ωστόσο δεν αποκαλύπτουν εκεί οικισμό αυτής της πρώιμης εποχής — τα κατάλοιπα ανήκουν σε πολύ μεταγενέστερη περίοδο, όταν οι τόποι αυτοί εντάσσονται στα όρια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Το πενιχρό αρχαιολογικό υλικό επίσης δεν ρίχνει φως. Πρώιμα ευρήματα έχουν έρθει στο φως σε διάφορα σημεία και με διάφορες αφορμές: κατά τις υποβρύχιες έρευνες στον κόλπο μπροστά από τη σημερινή πόλη βρέθηκαν λίθινες άγκυρες από το δεύτερο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ., λίθινα και μολύβδινα στελέχη αγκυρών, που χρησιμοποιούνταν στη ναυσιπλοΐα από τα τέλη του 7ου έως τα τέλη της 1ης χιλιετίας π.Χ., αμφορείς του 4ου–3ου αι. π.Χ. κ.ά.

Ασαφής παραμένει και η τύχη του οικισμού κατά τον ταραγμένο 1ο αι. π.Χ., όταν τα παράλια βρέθηκαν στην πορεία των εκστρατειών των Ρωμαίων στρατηγών Μάρκου Λούκουλλου (χειμώνας 72/71 π.Χ., οπότε η Απολλωνία κατακτήθηκε, πυρπολήθηκε και λεηλατήθηκε), Γάιου Αντωνίου Υβρίδα (62/61 π.Χ.) και Μάρκου Λικινίου Κράσσου (29/28 π.Χ.), μετά τις οποίες η ακτή περνά οριστικά υπό ρωμαϊκή εξουσία.

Το τείχος, που καταστράφηκε στον πόλεμο ανάμεσα στη Μεσαμβρία και την Απολλωνία, είχε αποκατασταθεί. Όταν το 9 μ.Χ., καθ’ οδόν προς την εξορία του στους Τόμους (σημερινή Κωνστάντζα), ο Οβίδιος — ένας από τους τρεις μεγάλους ποιητές του «Χρυσού Αιώνα της ρωμαϊκής ποίησης» — περνά με πλοίο κοντά από την Αγχίαλο, την καταγράφει ως οικισμό με τείχος. Είναι σαφές ότι η «μικρή πόλη» εξακολούθησε να είναι ένας από τους σημαντικούς οικισμούς των δυτικών παραλίων του Πόντου.

Θρακική πόλη με ελληνικό όνομα

Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 1ου αι. μ.Χ. η Αγχίαλος είναι έδρα στρατηγίας — γεγονός που μαρτυρείται από αρκετές επιγραφές και που παρουσιάζει την πρώιμη ιστορία της υπό άλλο πρίσμα. Το σύστημα των στρατηγιών πιθανότατα εισήχθη στη διοίκηση της Θράκης ήδη κατά την ελληνιστική εποχή, ενώ στα μέσα και το δεύτερο μισό του 1ου αι. π.Χ. υπάρχει με βεβαιότητα. Όταν οι Ρωμαίοι μετατρέπουν τη Θράκη σε επαρχία, αυτή διαιρείται σε περίπου 50 στρατηγίες.

Η ίδια η κατάκτηση της Θράκης υπήρξε μακρά και επώδυνη διαδικασία. Το τελευταίο αυτοτελές θρακικό βασίλειο διατηρεί την ανεξαρτησία του σε φιλική συμμαχία με τη Ρώμη, ως υποτελές κράτος. Σε αυτή την τελευταία περίοδο (11 π.Χ. – 45 μ.Χ.) εκτείνεται σε ευρεία επικράτεια — από τη Θάλασσα του Μαρμαρά κατά μήκος του Έβρου έως τον Στρυμόνα και κατά μήκος της ακτής της Μαύρης Θάλασσας έως τον Δούναβη — και διατηρεί την παλιά διαίρεση σε στρατηγίες, στα όρια των οποίων εντάσσονται και οι πόλεις της Μαύρης Θάλασσας.

Σε αυτή την περίοδο ανήκει η μαρτυρία για έναν στρατηγό της Αγχιάλου με το όνομα Απολλώνιος, γιος του Επταϊκέντου, γνωστός από σειρά επιγραφών από την ίδια την Αγχίαλο και από κοντινότερα και μακρινότερα μέρη. Καταγόταν από την αρχαία θρακική πόλη Βιζύη (σήμερα Βίζα, κοντά στην Αδριανούπολη) — πρωτεύουσα της τελευταίας θρακικής δυναστείας του Ροιμητάλκη Α΄. Είχε υιοθετήσει το ελληνικό όνομα Απολλώνιος, ενώ ο πατέρας του διατήρησε το θρακικό Επταϊκέντος· η σύζυγός του φέρει επίσης ελληνικό όνομα — Λεοντώ, αλλά ο πατέρας της έχει το θρακικό όνομα Αυλουζένης, οικογένεια γνωστή και από άλλη επιγραφή της Αγχιάλου. Γι’ αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι ο γιος του Θράκα από τη Βιζύη έγινε γαμπρός της αγχιαλίτικης οικογένειας των Αυλουζένη και έτσι έγινε δεκτός ως στρατηγός της περιοχής της Αγχιάλου.

Η επιλογή της Αγχιάλου ως έδρας στρατηγίας στο θρακικό βασίλειο φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξη — μια ελληνική πόλη, κατά τον Στράβωνα, να είναι έδρα Θράκα διοικητή περιοχής. Άλλη τέτοια περίπτωση στο θρακικό κράτος δεν είναι γνωστή. Προφανώς η Αγχίαλος αποτελούσε στήριγμα των Θρακών ηγεμόνων λόγω του σημαντικού θρακικού στοιχείου της.

Ο θρακικός πληθυσμός παραμένει διακριτικό γνώρισμα της πόλης και αργότερα, όταν αυτή είναι πλέον ρωμαϊκή — ο πρωτοβυζαντινός ιστορικός Προκόπιος (6ος αι.) τονίζει ρητά: «Θράκες κατοικούν μια παράλια πόλη του Ευξείνου Πόντου, ονόματι Αγχίαλο.» Οι πολυάριθμοι θρακικοί τύμβοι σε άμεση γειτνίαση με την παλιά πόλη, στην περιοχή της αστικής νεκρόπολης, δεν αφήνουν αμφιβολία για τη θρακική καταγωγή του πληθυσμού. Κάτω από το ανάχωμα ενός τέτοιου τύμβου βρίσκεται και ο περίφημος Τάφος του Πομόριε — στην πραγματικότητα θρακικό ηρώο μεταγενέστερης εποχής.

Από την εποχή του στρατηγού Απολλωνίου ή λίγο αργότερα χρονολογούνται τρεις θρακικοί ταφικοί τύμβοι, που ανασκάφηκαν κατά το τρίτο τέταρτο του περασμένου αιώνα, με εξαιρετικά πλούσια ταφικά κτερίσματα. Σε έναν από αυτούς βρέθηκε η ταφή μιας πλούσιας Θρακιώτισσας με πολλά χρυσά κοσμήματα· σε ένα από αυτά είναι χαραγμένο το όνομά της — Λεσεσκέπρα. Τα λατρευτικά αντικείμενα που τη συνοδεύουν στον άλλο κόσμο δείχνουν ότι στην αγχιαλίτικη θρακική αριστοκρατία είχαν διατηρηθεί οι παλιές θρακικές παραδόσεις.

Έτσι γίνεται σαφές ότι η Αγχίαλος είχε άλλη προέλευση — θρακικός οικισμός, που πιθανότατα παραχωρήθηκε αργότερα στην επικράτεια της Απολλωνίας. Για τον θρακικό της χαρακτήρα μιλά και μια άλλη ερμηνεία του ονόματος: από το θρακικό (ή προελληνικό-θρακικό) «Αχελών», από το «αχελ» — νερό, όπως ονομαζόταν και το κοντινό ποτάμι Αχελώος, που μεταβλήθηκε αργότερα λόγω της προσέγγισης με το ελληνικό Αγχίαλος. Ποια ήταν η οργάνωση του οικισμού σε αυτή την πρώιμη περίοδο μπορεί προς το παρόν μόνο να εικάζεται — και να αναμένονται νέες ανακαλύψεις.

Ουλπία Αγχίαλος — το μεγαλύτερο ρωμαϊκό λιμάνι της Θράκης

Η θέση της πόλης — έδρας του Απολλωνίου — δεν είναι ακόμη γνωστή. Το 45 μ.Χ. οι Ρωμαίοι καταργούν την αυτοτέλεια του θρακικού βασιλείου και το μετατρέπουν σε επαρχία με επικεφαλής Ρωμαίο διοικητή. Η θρακική αριστοκρατία προσαρμόζεται και προσελκύεται στη διοίκηση τόσο της επαρχίας όσο και του οικισμού. Η Αγχίαλος, έχοντας αποκτήσει αυτονομία, ανακηρύσσεται πόλη επί αυτοκράτορα Τραϊανού (98–117 μ.Χ.) μαζί με άλλους τέσσερις παλιούς θρακικούς οικισμούς — τη Σερδική (Σόφια), την Παυταλία (Κιουστεντίλ), τη Νικόπολη ad Nestum (κοντά στο Γκότσε Ντέλτσεφ) και τον Τόπειρο (σήμερα ερειπωμένος κοντά στις εκβολές του Νέστου). Η πράξη του Τραϊανού νομιμοποιεί μια διαδικασία που είχε ήδη διαμορφωθεί στην προηγούμενη εποχή. Οι νέες πόλεις αποκτούν το δικαίωμα και την υποχρέωση να φέρουν το γενεαλογικό όνομα του αυτοκράτορα — Ουλπία.

Η πόλη αποκτά την οργάνωση των υπόλοιπων δυτικοποντιακών πόλεων: όλοι οι ελεύθεροι πολίτες μετέχουν στη Λαϊκή Συνέλευση (Δήμος), η οποία εκλέγει το κυβερνών Συμβούλιο (Βουλή). Η Αγχίαλος αποκτά και τη δική της επικράτεια, η οποία μετά τον αυτοκράτορα Αδριανό συνορεύει δυτικά με την επικράτεια της Αυγούστα Τραϊανής (Στάρα Ζαγκόρα) και φτάνει έως τον Τούντζα, βόρεια — με τη Μεσαμβρία, και νότια — έως τη νότια όχθη της σημερινής λίμνης του Μπουργκάς, από όπου αρχίζει η επικράτεια του Δεούλτουμ (σήμερα Ντεμπελτ). Αυτή η μεγάλη επικράτεια ξεχωρίζει την Αγχίαλο από τις υπόλοιπες πόλεις της δυτικής Μαύρης Θάλασσας, των οποίων οι εκτάσεις κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους μειώνονται.

Μετά την ανακήρυξή της σε πόλη, η Αγχίαλος οικοδομήθηκε σε πλάτος, όπως και οι άλλες ρωμαϊκές πόλεις, σύμφωνα με το λεγόμενο Ιπποδάμειο σύστημα. Ραχοκοκαλιά του πολεοδομικού σχεδίου είναι οι δύο κεντρικοί δρόμοι — ο «cardo maximus» (βορράς–νότος) και ο «decumanus maximus» (ανατολή–δύση) — ενώ παράλληλα προς αυτούς περνούν οι στενότεροι δρόμοι.

Η ρωμαϊκή Αγχίαλος βρισκόταν στην αρχή της σημερινής πεδιάδας του Πομόριε, εκτός της χερσονήσου, περίπου 3 χλμ. δυτικά-βορειοδυτικά από το κέντρο της σύγχρονης πόλης, στην τοποθεσία Παλαιόκαστρο. Οι ανασκαφές και οι γεωφυσικές έρευνες δείχνουν ότι η πόλη κάλυπτε μια έκταση που οριοθετούνταν από τα ανατολικά και τα βόρεια από την Αλμυρή Λίμνη, στα δυτικά περίπου μέχρι τη γωνία ανάμεσα στους δρόμους Πομόριε – Σλάντσεφ Μπριάγκ και Μπουργκάς – Σλάντσεφ Μπριάγκ, και στα νότια από τη γραμμή ανάμεσα στη μονή του Αγίου Γεωργίου και τη θάλασσα. Η Αγχίαλος κατελάμβανε πάνω από 120 εκτάρια — η μεγαλύτερη σε έκταση πόλη της ρωμαϊκής περιόδου στην αρχαία Θράκη.

Η πόλη περιβαλλόταν από ισχυρό οχυρωματικό τείχος, με πύλες στα τέσσερα άκρα των δύο κεντρικών δρόμων. Κρίνοντας από μια έκδοση νομισμάτων, πάνω από την πύλη προς το λιμάνι στεκόταν άγαλμα του θεού της θάλασσας Ποσειδώνα — όρθιος, με τρίαινα στο ένα χέρι και ιππόκαμπο (μυθικό πλάσμα — μισό άλογο, μισό ψάρι) στο άλλο: ο λεγόμενος Ποσειδών Προπύλαιος, προστάτης των πυλών. Το νερό ερχόταν από μακριά — από τις πηγές κοντά στο σημερινό χωριό Ρούντνικ — μέσω κτιστού υδραγωγείου.

Εκτός των τειχών βρισκόταν η νεκρόπολη. Προς το παρόν ανιχνεύεται καλύτερα στα βορειοδυτικά και στα δυτικά, πάνω στο ψηλό οροπέδιο, όπου βρίσκονται και οι πολυάριθμοι θρακικοί τύμβοι — μαρτυρία της ενεργού συμμετοχής των εύπορων Θρακών στην πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ζωή της πόλης. Ίχνη από ταφικούς τύμβους, ιδιαίτερα χαμηλωμένους από τα οργώματα, διακρίνονται και βόρεια του Παλαιόκαστρου, δίπλα στον δρόμο προς το Σλάντσεφ Μπριάγκ.

Η Αγχίαλος ήταν στολισμένη με αγάλματα θεοτήτων και θεοποιημένων αυτοκρατόρων — από τα νομίσματα συμπεραίνεται η ύπαρξη αγαλμάτων του Ποσειδώνα, του Άδη-Σάραπι και της Concordia. Η πόλη έστησε επίσης αγάλματα των αυτοκρατόρων Καρακάλλα και Αλέξανδρου Σεβήρου, πιθανότατα προς τιμήν των επισκέψεών τους.

Κατά τον 2ο–3ο αι. η Αγχίαλος γνωρίζει μεγάλη ευημερία — χάρη στο βολικό της λιμάνι και στη θέση της σε σταυροδρόμι των δρόμων που συνδέουν τη Θράκη με τη Μοισία κατά μήκος της ακτής και την ενδοχώρα με τη θάλασσα. Το λιμάνι της ήταν το μεγαλύτερο κέντρο εισαγωγών και εξαγωγών της επαρχίας Θράκης και εφοδίαζε τα ρωμαϊκά στρατεύματα κατά τις ανατολικές διαβαλκανικές εκστρατείες του Τραϊανού. Η σημασία του τονίζεται επανειλημμένα και στα νομίσματα της πόλης.

Ιδιαίτερη ακμή γνωρίζει η πόλη επί της δυναστείας των Σεβήρων. Πιθανότατα προς τιμήν της επίσκεψης του αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου (περίπου 209–211 μ.Χ.) διοργανώθηκαν εορταστικές εκδηλώσεις, που αναφέρονται σε αρκετές εκδόσεις νομισμάτων ως «Σεβήρεια Νύμφια» — αθλητικοί αγώνες κατά το πρότυπο των περίφημων Πυθίων στους Δελφούς. Επαναλαμβάνονταν περιοδικά και μάλλον συνεχίστηκαν έως την εποχή του αυτοκράτορα Γορδιανού Γ΄ (238–244 μ.Χ.). Η διεξαγωγή τους προϋποθέτει και στάδιο, η ανακάλυψη του οποίου παραμένει ακόμη ζητούμενο.

Το όνομα «Νύμφια» δεν είναι τυχαίο — προέρχεται από τη μεγάλη λατρεία που απολάμβαναν στην Αγχίαλο οι Νύμφες, προσωποποιήσεις των πηγών, των δασών και των βουνών. Λατρεύονταν οι Τρεις Νύμφες, προστάτιδες των ιαματικών πηγών. Στην επικράτεια της Αγχιάλου ανήκαν και τα ξακουστά στην αρχαιότητα Aquae Calidae (τα σημερινά ιαματικά λουτρά του Μπουργκάς), που τότε ονομάζονταν και Λουτρά της Αγχιάλου· όπως φαίνεται, το ιερό των Τριών Νυμφών βρισκόταν ακριβώς δίπλα στα λουτρά. Σημαντική θέση στην οικονομία κατείχαν η γεωργία και η αμπελουργία — ήδη από τότε οι κάτοικοι της Αγχιάλου φημίζονταν ως καλοί αμπελουργοί και οινοποιοί, φήμη που τους συνοδεύει μέχρι σήμερα.

Γότθοι, Άβαροι και αυτοκράτορες

Η ήρεμη ζωή της πόλης συνεχίζεται έως τα μέσα του 3ου αι. Από τότε και έπειτα, νότια του Δούναβη αρχίζουν να περνούν μεγάλες μάζες Γότθων, Σαρματών και Καρπών. Το 250 μ.Χ. οι Γότθοι διασχίζουν τη Θράκη και πολιορκούν τη Φιλιππούπολη (Πλόβντιβ)· το 254 και το 255 μ.Χ. Γότθοι, Κάρποι και Βουργουνδοί περνούν και πάλι νότια του Αίμου· το 257–258 μ.Χ. Τερβίγγοι και Κάρποι κατεβαίνουν διά θαλάσσης κατά μήκος της δυτικής ακτής της Μαύρης Θάλασσας και φτάνουν μέχρι τη Μικρά Ασία. Σύμφωνα με μια μαρτυρία, οι Γότθοι επιτίθενται στην Αγχίαλο — πιθανότατα το 270 μ.Χ. — και «την καταλαμβάνουν γρήγορα». Παραμένουν εδώ «πολλές ημέρες και απολαμβάνουν τα λουτρά με ζεστό νερό, που βρίσκονται στο δωδέκατο μιλιάριο από την πόλη Αγχίαλο και αναβλύζουν από τα βάθη της πύρινης πηγής τους».

Η ακριβής τύχη της Αγχιάλου εκείνη την εποχή δεν είναι γνωστή, όμως οι σχεδόν 30 χρόνια διελεύσεις βόρειων λαών στη Μοισία και τη Θράκη οδηγούν σε μεγάλες οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές αλλαγές, οι οποίες αποτυπώνονται στις μεταρρυθμίσεις του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Υπάρχει μαρτυρία ότι ο Διοκλητιανός επισκέπτεται την Αγχίαλο και παραμένει εδώ από τις 28 έως τις 30 Οκτωβρίου του 294 μ.Χ.

Με τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού και του Μεγάλου Κωνσταντίνου η Αγχίαλος εντάσσεται στη νέα επαρχία Αιμιμόντου με πρωτεύουσα την Αδριανούπολη (σημερινή Έντιρνε), όπου παίζει σημαντικό ρόλο. Μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη, η πόλη αποκτά μεγάλη σημασία για τον επισιτισμό της και κατέχει κεντρική θέση στους αγώνες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με τους λαούς του βορρά. Ο 5ος και ο 6ος αι. είναι μια αλληλουχία γεγονότων που δεν αφήνουν ανέγγιχτη την Αγχίαλο:

  • 476 μ.Χ. — ο αρχηγός των Γότθων Θεοδώριχος ξεκινά από τη Μαρκιανούπολη, περνά μέσα από τον Αίμο (Στάρα Πλανινά) και την Αγχίαλο και κατευθύνεται προς την Αδριανούπολη.
  • 513–515 μ.Χ. — ο ανώτατος βυζαντινός στρατηγός Βιταλιανός ο Θραξ εξεγείρεται κατά του αυτοκράτορα Αναστάσιου, υποτάσσει για λίγο την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και καταλαμβάνει την Οδησσό (Βάρνα) και την Αγχίαλο. Στις επιχειρήσεις εναντίον της Κωνσταντινούπολης συμμετέχουν περίπου 200 πλοία από τα λιμάνια της Οδησσού, της Αγχιάλου και της Σωζόπολης. Η εξέγερση διαρκεί έως το 515 μ.Χ., όταν ο ηττημένος Βιταλιανός αποσύρεται στην Αγχίαλο.
  • 584 μ.Χ. — κατά τη μεγάλη εισβολή Αβάρων και Σλάβων καταλαμβάνονται πολλές πόλεις στο εσωτερικό της χερσονήσου, ανάμεσά τους και η Αγχίαλος. Τα τείχη του φρουρίου γκρεμίζονται, η πόλη και τα περίχωρά της ερημώνονται. Ο Άβαρος χαγάνος Βαϊανός διατάζει ωστόσο να μην καταστραφούν τα τείχη των Λουτρών της Αγχιάλου και μετατρέπει την Αγχίαλο σε έδρα του για αρκετούς μήνες. Εδώ συνάπτει την επόμενη ειρήνη με τον βυζαντινό αυτοκράτορα έναντι φόρου 100.000 χρυσών νομισμάτων.
  • 585 μ.Χ. — ο βυζαντινός στρατηγός Κομεντίολος συγκεντρώνει στην Αγχίαλο στρατό και συγκροτεί τρία σώματα για τον πόλεμο κατά των Αβάρων και των Σλάβων.
  • 591 μ.Χ. — ο αυτοκράτορας Μαυρίκιος προετοιμάζεται για εκστρατεία, φτάνει στην Αγχίαλο και παραμένει εδώ περίπου 15 ημέρες.

Η Αγχίαλος ανάμεσα στη Βουλγαρία και το Βυζάντιο

Μετά τη δημιουργία του βουλγαρικού κράτους το 681 μ.Χ., ο ρόλος της Αγχιάλου ως ενδιάμεσου κέντρου στις σχέσεις μεταξύ Βυζαντίου και Βουλγαρίας αυξάνεται:

  • 708 μ.Χ. — ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Β΄ παραβιάζει την ειρήνη που είχε συναφθεί τρία χρόνια νωρίτερα με τον χαν Τερβέλ και εκστρατεύει από ξηρά και θάλασσα εναντίον του νεαρού βουλγαρικού κράτους. Φτάνει στην Αγχίαλο, αγκυροβολεί τον στόλο και στρατοπεδεύει το ιππικό στην πεδιάδα. Οι Βούλγαροι επιτίθενται και συντρίβουν τους Βυζαντινούς. Ο αυτοκράτορας κρύβεται πίσω από τα τείχη του φρουρίου και, ύστερα από τρεις ημέρες, κόβει τους τένοντες των αλόγων του και αποπλέει κρυφά για την Κωνσταντινούπολη.
  • 30 Ιουνίου 763 μ.Χ. — μπροστά στα τείχη της Αγχιάλου ο βουλγαρικός στρατός, με επικεφαλής τον χαν Τελέτς, υφίσταται ήττα· ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ Κοπρώνυμος γιορτάζει τη νίκη με μεγάλο θρίαμβο.
  • 21 Ιουνίου 766 μ.Χ. — ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Ε΄ οργανώνει νέα εκστρατεία και στέλνει προς την Αγχίαλο 2600 βαριά πολεμικά πλοία (χελάνδια) με τεράστιο στρατό. Κατά το αγκυροβόλημα ξεσπά καταιγίδα, μεγάλο μέρος των πλοίων βυθίζεται και οι περισσότεροι στρατιώτες πνίγονται. Στις 17 Ιουλίου ο αυτοκράτορας αναγκάζεται να επιστρέψει στην πρωτεύουσα. Η ανακάλυψη των υπολειμμάτων αυτού του τεράστιου στόλου αποτελεί πειρασμό για κάθε υποβρύχιο αρχαιολόγο.
  • Μάιος 783 μ.Χ. — η βυζαντινή αυτοκράτειρα Ειρήνη, επίτροπος του ανήλικου Κωνσταντίνου ΣΤ΄, διασχίζει επιδεικτικά τη Θράκη και ανοικοδομεί την Αγχίαλο, που είχε καταστραφεί στις προηγούμενες συγκρούσεις.
  • 812 μ.Χ. — για πρώτη φορά η Αγχίαλος, μαζί με τις άλλες πόλεις του νότιου Ευξείνου, περνά σε βουλγαρικά χέρια επί χαν Κρούμου. Πιθανότατα τότε παίρνει το πρωτοβουλγαρικό όνομα Τούτχον, το οποίο δεν κατάφερε να επικρατήσει. Ο Κρούμος εγκαθιστά στην πόλη σημαντικό πλήθος Σλάβων και Πρωτοβουλγάρων. Το Βυζάντιο ανακτά αυτό το τμήμα της ακτής το 864 μ.Χ.
  • 20 Αυγούστου 917 μ.Χ. — η μεγάλη μάχη ανάμεσα στους Βουλγάρους, με επικεφαλής τον τσάρο Συμεών, και τους Βυζαντινούς του αρχιστράτηγου Λέοντος Φωκά, στην πεδιάδα μπροστά από την Αγχίαλο. Οι Βυζαντινοί υφίστανται καταστροφική ήττα, ενώ ο ίδιος ο στρατηγός μόλις που σώζεται πίσω από τα τείχη του φρουρίου της Μεσημβρίας (Νεσέμπαρ).

Τα γεγονότα αυτά δείχνουν τη μεγάλη σημασία του φρουρίου της Αγχιάλου για την κυριαρχία στα παράλια του Ευξείνου και στο εσωτερικό της χώρας κατά τον πρώιμο Μεσαίωνα (7ος–10ος αι.).

Μετά το 971 μ.Χ., όταν η Βουλγαρία κατακτάται από το Βυζάντιο, η Αγχίαλος γίνεται ξανά βυζαντινή. Για δύο αιώνες η πόλη παραμένει βυζαντινή κτήση και η σημασία της ως μεγάλου λιμενικού κέντρου αυξάνεται. Μετά την απελευθέρωση της Βουλγαρίας η πόλη εξακολουθεί να είναι «μήλον της έριδος», όμως η σημασία της υποχωρεί σταδιακά μπροστά στη γειτονική Μεσημβρία. Η διαρκής εναλλαγή κυρίαρχων — η πόλη περνά προσωρινά πότε στα μεν και πότε στα δε χέρια — επιδρά αρνητικά στην οικονομική της κατάσταση. Τον Οκτώβριο του 1366 η Αγχίαλος, όπως και οι άλλες πόλεις των δυτικών ακτών της Μαύρης Θάλασσας, πέφτει στα χέρια των Ενετών ιπποτών του Αμεδέου ΣΤ΄ της Σαβοΐας, συμμάχων του αποδυναμωμένου Βυζαντίου.

Για να βρίσκεται στο επίκεντρο αυτών των διαρκών συγκρούσεων, η Αγχίαλος ήταν ισχυρά οχυρωμένη. Πού βρισκόταν η μεσαιωνική πόλη; Υπάρχει η υπόθεση ότι μεταφέρθηκε στο άκρο της χερσονήσου, εκεί όπου βρίσκεται το σημερινό Πομόριε, κατά τη διάρκεια των οχυρωματικών έργων της Ειρήνης το 783 μ.Χ. Ωστόσο, οι μέχρι σήμερα παρατηρήσεις δεν το επιβεβαιώνουν — ο οικισμός πιθανότατα μεταφέρθηκε στη χερσόνησο το νωρίτερο μετά τον 12ο αι. Ίχνη αυτής της νέας Αγχιάλου υπάρχουν προς το παρόν μόνο στο ανατολικό άκρο της χερσονήσου: υπολείμματα τειχών του 13ου–14ου αι. κάτω από τους λεγόμενους Βράχους του Γιαβόροφ.

Το τελευταίο καταφύγιο του Βυζαντίου

Έτσι οι πόλεις της Μαύρης Θάλασσας νότια του Αίμου υποδέχονται την πρώτη εμφάνιση των Οθωμανών κατακτητών τον Οκτώβριο του 1396. Επί μισό αιώνα η Αγχίαλος περνά πότε σε βυζαντινά και πότε σε τουρκικά χέρια, ώσπου το 1453, μαζί με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, περιέρχεται οριστικά υπό οθωμανική κυριαρχία.

Η πόλη γίνεται κέντρο καζά (επαρχίας) με τρεις ναχιγιέδες — της Αγχιάλου, της Σωζόπολης και της Αχτόπολης — και εξελίσσεται στο μεγαλύτερο διοικητικό κέντρο της νοτιοανατολικής Βουλγαρίας. Μέσα σε αυτά τα όρια, μαζί με την περιοχή του Καρνομπάτ, η Αγχίαλος γίνεται και έδρα μεγάλης επισκοπής του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η σημασία της ως οικονομικού, διοικητικού και πολιτιστικού κέντρου δεν αλλάζει μέχρι και τις αρχές του 19ου αι.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης η Αγχίαλος γίνεται το τελευταίο καταφύγιο πολλών εκπροσώπων της βυζαντινής αριστοκρατίας — των οίκων των Παλαιολόγων, των Δουκών, των Καντακουζηνών, των Χρυσοβέργηδων, των Βατάτζηδων κ.ά. Ορισμένοι από αυτούς, όπως ο Μιχαήλ Καντακουζηνός, παίζουν μεγάλο ρόλο στην οικονομική και πολιτιστική άνθηση της παραθαλάσσιας πόλης.

Πηγή: pomorietown.wordpress.com

Κοινοποιήστε

Σχετικά με το Luga.bg

Παραγωγός φυσικών προϊόντων με λούγκα της Μαύρης Θάλασσας και λάσπη της λιμνοθάλασσας του Πομόριε. Γράφουμε για τη λούγκα, τη λάσπη και τα θαλάσσια μεταλλικά στοιχεία από το 2015 — με γιατρούς, φυσικοθεραπευτές και δική μας εμπειρία.

0

Your Cart

Посетете Luga.bg в ShopMania